Εικόνα

Ταξιδεύοντας στο φαράγγι των Στροπώνων….

Σάββατο βράδυ  και όμως εγώ πρέπει να ξαπλώσω  νωρίς γιατί αύριο θα πάω στην πρώτη φθινοπωρινή εξόρμηση με τους «ΤΑΞΙΔΕΥΤΕΣ» Το νωρίτερο που καταφέρνω να πέσω για ύπνο είναι στις 12 μ.μ. Βάζω το ξυπνητήρι 5.45 π.μ. Βάρβαρη ώρα για Κυριακάτικο ξύπνημα! Όμως το πούλμαν ξεκινά στις 7 από Γλυφάδα. Προορισμός το  χωριό Στρόπωνες στην Ανατολική Εύβοια. Πρόκειται για river trekking στο φαράγγι Στροπώνων με κατάληξη την πανέμορφη παραλία της Χιλιαδούς. Διάρκεια περίπου 4 ώρες, βαθμός δυσκολίας ένα, δηλαδή εύκολη διαδρομή. Τινάζομαι από τον ήχο του ξυπνητηριού. Ανοίγω το παράθυρο, ο ουρανός είναι σκεπασμένος με αρκετά σύννεφα, μυρίζει βρεγμένο χώμα,φθινόπωρο επιτέλους! Έχω έτοιμο το σακίδιο από το προηγούμενο βράδυ, τσεκάρω ότι το αδιάβροχο είναι ήδη μέσα, ποτέ δεν ξέρεις. Πίνω λίγο ζεστό γάλα, νερό στο παγούρι, λίγες σταφιδούλες και ξηροί καρποί, οπωσδήποτε να μην ξεχάσω τα μπατόν.

Στις επτά παρά δέκα μπαίνω στο πούλμαν. Καλημερίζω  τους καινούργιους με ευγένεια, φιλιά και ενθουσιώδεις αγκαλιές  με τους γνωστούς. Ξεκινάμε. Κάθε στάση του πούλμαν και μια έκπληξη. Καινούργια πρόσωπα,αλλά και φίλοι που έχω να τους συναντήσω αρκετό καιρό. Να η Ιωάννα  « πώς πέρασες το καλοκαίρι, πώς πάει η δουλειά, πήγες Ιθάκη, τι ωραία και εμείς περάσαμε ωραία στην Κρήτη. Μας έλειψες!» Να η Νέλλη και ο Κώστας ,η Ζωή, ο Πάνος. « Ελένη ανέβασες τις φωτογραφίες από την Σπιναλόγκα, εκείνες που βγάλαμε κάτω από το νερό με την κάμερα της  Αλίνας?». Το πούλμαν γεμίζει με χαρούμενες φωνές , πειράγματα .«Καλώς ήρθατε με τους Ταξιδευτές» ακούγεται η φωνή της Μαριλένας από το μικρόφωνο. « Ελπίζουμε να περάσουμε και σήμερα όμορφα. Θα κάνουμε την πρώτη στάση για καφέ στην Στενή».

Εθνική οδός, όλοι ψιλονυστάζουμε. Ξυπνάμε πάνω στη  Γέφυρα της Χαλκίδας, στον πορθμό του Ευρίπου, κοιτάμε να δούμε…. άμπωτη ή παλίρροια? Από εδώ και μετά ο δρόμος αρχίζει να έχει ενδιαφέρον. Ανηφορίζουμε την Δίρφη προς την Στενή. Όλο και περισσότερα  μολυβιά σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό, μας ανησυχεί λιγάκι αυτό. Λες να βρέξει? Φτάνουμε στην Στενή. Είκοσι λεπτά διάλειμμα για καφεδάκι. Η μυρωδιά από φρεσκοψημένα κουλουράκια μας κατευθύνει στον Φούρνο του χωριού. Καφές, κουλούρια, για κάποιους τυρόπιτα ταψιού. Σχηματίζονται μικρά πηγαδάκια, μοιράζονται τα καλούδια « θέλεις λίγο κρουασάν, πάρε έχω φτιάξει λίγο κέικ. Είναι καλός ο καφές? Μοσχοβολάει μου φαίνεται» Ψιθυριστά και λίγα κουτσομπολιά « Πώς την λένε την κοπέλα  με τα καστανά μαλλιά? Την ξέρω, δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα. Η Ιφιγένεια είναι , θυμάσαι ήμασταν μαζί στο Αχέροντα. Ο Θανάσης δεν ήρθε μαζί σου Ζωή, τι κάνει είναι καλά? να δώσεις χαιρετισμούς»

Το εικοσάλεπτο πέρασε. Ξεκινάμε  προς Στρόπωνες. Το τοπίο έχει αλλάξει. Πλούσια βλάστηση,  έλατα, πλατάνια, πεύκα. Η διαδρομή αγριεύει, ο δρόμος στρίβει συνεχώς  σαν φίδι. Ανηφορίζουμε και σιγά σιγά χωνόμαστε μέσα στην ομίχλη, σε κάθε στροφή και πιο πυκνή, δίπλα γκρεμός και ο δρόμος μόλις και διακρίνεται. Τι περίεργο, μέχρι χτες ήταν καλοκαίρι  και ξαφνικά σαν να βρεθήκαμε στον χειμώνα! Κάποιοι στο πούλμαν ανησυχούν. Η κυρία δίπλα μου κρατιέται από το χερούλι του καθίσματος, ανασηκώνεται, κοιτάει μπρος και πλάγια, είναι σαν να οδηγεί  εκείνη το πούλμαν, νομίζω πατάει και φρένο. Σε μια κλειστή στροφή μια ανωμαλία του δρόμου δυσκολεύει το πούλμαν να στρίψει, τα φρένα τρίζουν η κυρία δίπλα μου είναι σφιγμένη, κρατιέται πλέον και με τα δύο χέρια, γλείφει τα ξερά της χείλια. «Μην ανησυχείτε Ο Κώστας ξέρει, είναι προσεκτικός οδηγός.» Περάσαμε το εμπόδιο με επιτυχία, χειροκροτήματα, γέλια. Μάλλον και άλλοι  είχαν φοβηθεί, φταίει και η ομίχλη! Κατά γενική ομολογία το τοπίο θύμιζε ταινία του Αγγελόπουλου. Κατηφορίζουμε πλέον, η ομίχλη σιγά σιγά διαλύεται. Φτάνουμε στους Στρόπωνες. Κατά μία άποψη το όνομα του χωριού προέρχεται από το «τρυπώνω» γιατί σε αυτό τρύπωσαν και βρήκαν καταφύγιο βοσκοί που ήταν και οι πρώτοι κάτοικοι ,στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Το χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 300 μέτρα είναι κυριολεκτικά χωμένο σε πλούσια βλάστηση. Πλατάνια αλλά και  κερασιές, καρυδιές, μηλιές, κτήματα με οπωροφόρα αλλά και ντομάτες και φασολάκια για τα οποία και φημίζεται. Κατεβαίνουμε. Φοράμε τα ορειβατικά μποτάκια, ανοίγουμε τα μπατόν, σακίδια στον ώμο, έτοιμοι ξεκινάμε!

Ο Αρχηγός πρώτος, σκούπα η Μαριλένα με τον Πάνο. Είμαστε κοντά πενήντα άτομα. Πολλοί θα περπατήσουν σε ποτάμι για πρώτη φορά. Αρχίζουμε με μια δύσκολη κατηφόρα χωμάτινη και γλιστερή.  «Τα πόδια πλάι όταν κατεβαίνουμε, μεγαλώστε τα μπατόν, σταθερό βήμα». Η αίσθηση του γλιστρήματος τρομάζει πολλούς, πάντως τα καταφέρνουμε όλοι. Φτάνουμε στον ποταμό Στρόπωνα, Διρφωσσός για τους αρχαίους. Η χαράδρα κατάφυτη, ο ήχος του νερού αναζωογονητικός « Καλύτερα να μπείτε μέσα στο νερό, είναι πιο ασφαλές  μιας και οι πέτρες γλιστρούν» Πρώτο βήμα μέσα στο νερό, περίεργο συναίσθημα …. πλάφ το παπούτσι γεμίζει νερό και αμέσως πάλι…. πλούφ αδειάζει. Νιώθεις παιδί, δροσίζεσαι. Γελάς αυτόματα, κελαρυστά. Όσο προχωράμε μας πνίγουν οι μυρωδιές! Βαθιά εισπνοή, θυμάρι και βρεγμένη μέντα. Πλατάνια θεόρατα με κορμούς σαν γλυπτά αγκαλιάζουν τους βράχους σε περίεργα συμπλέγματα. Θέλει προσοχή το κατέβασμα του ποταμού. Προσέχεις που πατάς «Νάτα τα βλέπεις….  μικρά καβουράκια, πρέπει να έχουν την φωλιά τους κάτω από τις πέτρες.» Στα μισά της διαδρομής στάση για κολατσιό, το περπάτημα πάντα ανοίγει την όρεξη. Κάποιοι επιμένουν υγιεινά, τραχανάς ξινός σε μπισκοτάκια, άλλοι πιο κλασικοί σάντουιτς μισή φραντζόλα ψωμί με λίγο από όλα. Συνεχίζουμε. Μέχρι να το καταλάβουμε το ποτάμι στερεύει, μάλλον το νερό διαφεύγει υπόγεια, και σε λίγο βγαίνουμε σε ένα φαρδύ χωματόδρομο σκιασμένο με καρυδιές, κερασιές και πλατάνια. Χαλαρώνουμε όλοι εδώ, τώρα το  περπάτημα είναι απόλαυση, μπορείς να χαζεύεις την φύση, να μιλάς με τον διπλανό σου. Σε καμιά ώρα ακόμη φτάνουμε στην Παραλία της Χιλιαδούς. Μεγάλη παραλία, φημισμένη για την ομορφιά της. Δυστυχώς έχει αέρα και η θάλασσα είναι άγρια, έχει κύμα και είναι ανακατεμένη! λίγοι τολμηροί μπαίνουν για μπάνιο. Οι περισσότεροι αράζουν στις παραθαλάσσιες ταβέρνες για να απολαύσουν κρύα μπύρα και φαγητό.

Στις έξη το απόγευμα επιβιβαζόμαστε για επιστροφή. Οπωσδήποτε στάση στους Στρόπωνες για ψώνια. Φρέσκα ντόπια φασολάκια, κατακόκκινες ντομάτες, ξερά σύκα Εύβοιας, μέλι, άγριο τσάι βουνού. Το πούλμαν γέμισε μυρωδιές. Αν και κουρασμένοι τα αρχοντορεμπέτικα στο ράδιο μας ξύπνησαν, τραγουδάμε άλλοι σιγανά, οι πιο ζωηροί δυνατά και  με ενθουσιασμό, έτσι που τα φάλτσα συγχωρούνται. Χωρίς να το καταλάβουμε φτάσαμε Αθήνα. Σε κάθε στάση το πούλμαν σιγά- σιγά αδειάζει. Πάντα πονάει ο αποχαιρετισμός. Φιλιά και υπόσχεση για σύντομη αντάμωση σε μια επόμενη εκδρομή.

Είμαι σίγουρη πως εκείνο το βράδυ  τα όνειρα όλων μας μοσχοβόλαγαν βρεγμένη άγρια μέντα.

Εμπειρίες μιας Ταξιδεύτριας

                                                                                          Β.Β.