Πριν γίνει ένα από τα ομορφότερα πεζοπορικά μονοπάτια της Εύβοιας, ήταν η «δημοσιά» που ένωνε τα απομονωμένα χωριά του Καβοντόρου με την Κάρυστο.

Στη βορειοανατολική πλευρά της Όχης, εκεί όπου το βουνό κατεβαίνει απότομα προς το Αιγαίο και τις ακτές του Καβοντόρου, ένα ποτάμι έχει χαράξει εδώ και αιώνες ένα βαθύ πέρασμα μέσα στο βουνό. Είναι ο Δημοσάρης.
Ξεκινώντας ψηλά, κάτω από το Πετροκάναλο, το νερό κατεβαίνει σχεδόν χίλια μέτρα, περνά από τους Λενοσαίους και, περίπου δέκα χιλιόμετρα αργότερα, φτάνει στην παραλία του Καλλιανού και χύνεται στο Αιγαίο.
Μέσα σε αυτή τη φυσική δίοδο δημιουργήθηκε και ένας από τους σημαντικούς παλιούς δρόμους της Νότιας Εύβοιας: ένα μονοπάτι, κατά τόπους λιθόστρωτο, που συνέδεε την περιοχή του Καλλιανού και του Καβοντόρου με την Κάρυστο.
Και ίσως ακόμη και το όνομά του να κρύβει μέσα του αυτή την ιστορία.
Τι σημαίνει Δημοσάρης
Η ακριβής προέλευση του ονόματος δεν είναι βέβαιη.
Μία από τις παλαιότερες ερμηνείες το θεωρεί βυζαντινό τοπωνύμιο και το συνδέει με τη λέξη «δημοσάριος», τον άνθρωπο δηλαδή που είχε τη διαχείριση ή την εκμετάλλευση δημόσιας γης.
Μια δεύτερη εκδοχή, ιδιαίτερα διαδεδομένη στην περιοχή, συνδέει τον Δημοσάρη με τη «δημοσιά», τον δημόσιο δρόμο.
Και παρότι δεν μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια εκδοχή είναι η σωστή, η δεύτερη μοιάζει να ταιριάζει εντυπωσιακά με τον ρόλο που είχε για αιώνες το μονοπάτι.
Γιατί ο Δημοσάρης δεν ήταν ένας δρόμος περιπάτου.
Ήταν δρόμος επικοινωνίας.

Όταν το πέρασμα της Όχης ήταν ανάγκη
Για να καταλάβουμε τη σημασία του πρέπει να φανταστούμε τη Νότια Εύβοια πριν από τους σύγχρονους δρόμους.
Το Καβοντόρο δεν ήταν ένας ενιαίος οικισμός αλλά ένας διάσπαρτος κόσμος μικρών χωριών και συνοικισμών, σκαρφαλωμένων στις ανατολικές πλαγιές της Όχης. Η μορφολογία του τόπου —το βουνό, οι απότομες χαράδρες και η δύσκολη ακτογραμμή του Καφηρέα— έκανε την επικοινωνία δύσκολη.
Οι παλιοί δρόμοι ήταν τα μονοπάτια.
Άλλα απλά χωμάτινα και άλλα κατασκευασμένα με πέτρα, τα καλντερίμια της Καρυστίας αποτελούσαν ένα πραγματικό δίκτυο επικοινωνίας ανάμεσα στους οικισμούς. Πολλά από αυτά χρονολογούνται τουλάχιστον από την εποχή της Τουρκοκρατίας, ενώ σε ορισμένες θέσεις έχουν εντοπιστεί ακόμη παλαιότερα ίχνη.
Ο Δημοσάρης ήταν ένας από τους σημαντικότερους τέτοιους διαδρόμους. Ιδιαίτερα για τον Καλλιανό και τους γύρω οικισμούς, το πέρασμα μέσα από την Όχη αποτελούσε τη χερσαία σύνδεση προς την Κάρυστο.
Και αυτό σήμαινε κάτι πολύ διαφορετικό από μια σημερινή πεζοπορία.
Σήμαινε μετακίνηση ανθρώπων και ζώων, μεταφορά προϊόντων, προμήθειες, δουλειές στην πόλη και επιστροφή πάλι πίσω στο χωριό.
Η απομόνωση της περιοχής κράτησε άλλωστε μέχρι πολύ πρόσφατα. Ακόμη και πηγές που περιγράφουν τη ζωή στον Καλλιανό και στους γύρω οικισμούς θυμούνται το οδικό δίκτυο ως ένα από τα μεγάλα προβλήματα της περιοχής: οι κάτοικοι στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στη γεωργία και την κτηνοτροφία τους και μια ανάγκη που απαιτούσε μετάβαση στην Κάρυστο μπορούσε να σημαίνει πραγματική ταλαιπωρία.
Αυτό δίνει διαφορετική σημασία στις πέτρες που βλέπουμε σήμερα μέσα στο φαράγγι.
Δεν τοποθετήθηκαν εκεί για τους πεζοπόρους.
Το παλιό καλντερίμι, τα σκαλοπάτια και τα περάσματα ήταν η υποδομή ενός κόσμου που κινούνταν με τα πόδια και με ζώα.

Η Σκάλα των Λενοσαίων
Το πιο χαρακτηριστικό απομεινάρι εκείνου του δρόμου βρίσκεται κοντά στους Λενοσαίους.
Είναι η περίφημη Σκάλα των Λενοσαίων, ένα από τα ωραιότερα σωζόμενα τμήματα του παλιού λιθόστρωτου μονοπατιού.
Εδώ το φαράγγι στενεύει. Το ποτάμι πιέζεται ανάμεσα στα βράχια, το νερό σχηματίζει μικρούς καταρράκτες και βάθρες και το καλντερίμι περνά μέσα από το πιο δύσκολο κομμάτι του φυσικού περάσματος.
Το σωζόμενο λιθόστρωτο θεωρείται μεσαιωνικό ή ίσως ακόμη παλαιότερο.
Είναι ίσως και το σημείο όπου αντιλαμβάνεται κανείς καλύτερα ότι ο Δημοσάρης δεν είναι απλώς ένα φυσικό φαράγγι.
Είναι ταυτόχρονα και ένα ανθρώπινο τοπίο.

Ο Δημοσάρης του σημερινού πεζοπόρου
Σήμερα η ανάγκη έγινε επιλογή.
Εκεί όπου κάποτε περνούσαν άνθρωποι για να φτάσουν στην Κάρυστο, τώρα φτάνουν πεζοπόροι από όλη την Ελλάδα για να διασχίσουν μία από τις ομορφότερες φυσικές διαδρομές της Νότιας Εύβοιας.
Η κλασική πορεία ξεκινά από το Πετροκάναλο, σε υψόμετρο περίπου 950 μέτρων.
Τα πρώτα βήματα γίνονται στο γυμνό, πετρώδες τοπίο της ψηλής Όχης. Πολύ γρήγορα όμως το σκηνικό αλλάζει.
Το μονοπάτι αρχίζει να χάνει ύψος και βυθίζεται μέσα στη χαράδρα. Το νερό εμφανίζεται δίπλα του και μαζί του έρχεται ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο: μεγάλα πλατάνια, καστανιές, δρυς, σφενδάμια, φτέρες και πυκνή παραποτάμια βλάστηση.
Το ιδιαίτερο μικροκλίμα του φαραγγιού, που δέχεται την υγρασία και τις ομίχλες του Αιγαίου, έχει δημιουργήσει έναν μικρό πράσινο κόσμο κρυμμένο μέσα στις άγριες πλαγιές της Όχης.
Πηγές τροφοδοτούν το ρέμα, το νερό πέφτει ανάμεσα στους βράχους σχηματίζοντας μικρούς καταρράκτες και σε πολλά σημεία συγκεντρώνεται σε φυσικές βάθρες.
Κάπου ανάμεσα στα δέντρα εμφανίζονται οι Λενοσαίοι και η παλιά τους Σκάλα.
Και ύστερα το φαράγγι αρχίζει σιγά σιγά να ανοίγει.
Το βουνό υποχωρεί, το φως δυναμώνει και, στο τέλος μιας διαδρομής περίπου δέκα χιλιομέτρων, εμφανίζεται μπροστά στον πεζοπόρο το Αιγαίο.
Εκεί βρίσκεται η παραλία του Καλλιανού.
Και εκεί τελειώνει σήμερα η πεζοπορία.
Ο παλιός δρόμος όμως δεν τελειώνει πραγματικά εκεί.
Γιατί το πιο ενδιαφέρον στον Δημοσάρη δεν είναι μόνο ότι διασχίζουμε ένα όμορφο φαράγγι. Είναι ότι για μερικές ώρες περπατάμε πάνω σε έναν δρόμο που υπήρχε πολύ πριν από εμάς.
Έναν δρόμο που κάποτε δεν οδηγούσε σε μια πεζοπορική εμπειρία.
Οδηγούσε στην Κάρυστο, στην αγορά, στις προμήθειες, στις δουλειές και τελικά πίσω στο σπίτι.
Και ίσως γι’ αυτό, ανάμεσα στα νερά, τα πλατάνια και τα παλιά λιθόστρωτα κομμάτια, ο Δημοσάρης διατηρεί ακόμη κάτι περισσότερο από την ομορφιά ενός φαραγγιού:
τη μνήμη ενός δρόμου που για γενιές ολόκληρες ήταν κομμάτι της ζωής των ανθρώπων της Όχης.

Οι φωτογραφίες είναι αυθεντικές λήψεις από το φαράγγι του Δημοσάρη. Δημιουργός: Georgios Liakopoulos. Άδεια: CC BY-SA 3.0. Οι σύνδεσμοι των επιμέρους αρχείων περιλαμβάνονται στις λεζάντες.








