Η πεζοπορία δεν είναι προϊόν προς κατανάλωση

Το βουνό είναι ένας τόπος ιερός.
Και το περπάτημα μέσα του, ακόμη κι αν πρόκειται για την πιο απλή πεζοπορία, κρύβει κάτι από αυτή την ιερότητα. Κάτι μαγικό και υπερβατικό, που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Πόσο μάλλον όταν ανεβαίνεις ψηλότερα, στα μεγάλα βουνά, εκεί όπου ο κόσμος ανοίγει, οι ήχοι λιγοστεύουν και η φύση σε παίρνει ολόκληρο μέσα στην αγκαλιά της.
Περπατάς και σιγά σιγά ησυχάζεις.
Η επανάληψη του βήματος, η αναπνοή, η κούραση, η σιωπή λειτουργούν σχεδόν σαν διαλογισμός. Το σώμα κινείται και ο νους αρχίζει να αδειάζει. Κάπου ανάμεσα στις ανηφόρες και στις ανάσες αφήνεις λίγο λίγο όλα εκείνα που κουβαλούσες χωρίς να τα χρειάζεσαι. Την ένταση, τον θυμό, την αγωνία, τον θόρυβο, τον εγωισμό.

Αδειάζεις για να μπορέσεις να γεμίσεις ξανά.
Γι’ αυτό για κάποιους από εμάς η πεζοπορία δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια δραστηριότητα αναψυχής. Ήταν και παραμένει μια επιστροφή. Μια επιστροφή σε κάτι πιο καθαρό και πιο αληθινό μέσα μας.
Και όταν αυτή η πορεία γίνεται μαζί με άλλους ανθρώπους, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη. Γιατί μια ομάδα που περπατά μαζί δεν μοιράζεται απλώς ένα μονοπάτι. Μοιράζεται την προσπάθεια, την κούραση, την αναμονή, ένα χέρι που θα απλωθεί εκεί που χρειάζεται, μια κουβέντα αλλά και μια σιωπή. Και, χωρίς πολλές φορές να το καταλαβαίνει, μαθαίνει ξανά κάτι που έχουμε αρχίσει να χάνουμε: να συνυπάρχουμε.

Να αφήνουμε χώρο για τον άλλον. Να εμπιστευόμαστε. Να περιμένουμε. Να προσαρμοζόμαστε. Να δεχόμαστε ότι σε μια κοινή πορεία δεν μπορούν όλα να συμβαίνουν όπως ακριβώς θα τα θέλαμε εμείς.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις μεγάλες δυσκολίες της εποχής μας.

Έχουμε μάθει να καταναλώνουμε σχεδόν τα πάντα. Να επιλέγουμε, να αγοράζουμε, να αξιολογούμε, να απαιτούμε. Να περιμένουμε το καθετί προσαρμοσμένο στις προσωπικές μας ανάγκες και, όταν κάτι δεν ανταποκρίνεται ακριβώς σε αυτές, να αναζητούμε αμέσως ποιος φταίει.
Και αυτή τη νοοτροπία τη μεταφέρουμε πια παντού.
Ακόμη και στο βουνό.
Πληρώνω, άρα απαιτώ. Συμμετέχω, άρα περιμένω μια εμπειρία φτιαγμένη και ραμμένη στα μέτρα μου. Κι αν κουραστώ, αν δυσκολευτώ, αν περιμένω, αν κάτι δεν γίνει όπως το φαντάστηκα, κάποιος πρέπει να ευθύνεται.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη, ίσως πιο βαθύ. Έχουμε αρχίσει να δυσκολευόμαστε ακόμη και να προσφέρουμε χωρίς να αναζητούμε αμέσως το αντάλλαγμα.
Να δώσουμε λίγο από τον χρόνο μας, από τις γνώσεις μας, από τις ικανότητές μας σε μια ομάδα, απλώς επειδή είμαστε μέρος της. Να βοηθήσουμε σε κάτι επειδή μπορούμε. Να σηκώσουμε ένα μικρό βάρος που δεν είναι αποκλειστικά δικό μας. Η προσφορά, που κάποτε αποτελούσε φυσικό κομμάτι μιας κοινότητας ανθρώπων, μοιάζει όλο και περισσότερο να χρειάζεται τιμή.

Τι θα πάρω; Τι θα κερδίσω; Τι θα μου δοθεί πίσω;
Και όταν ακόμη και η προσφορά αρχίζει να μετριέται με όρους ανταλλάγματος, τότε η κατανάλωση έχει περάσει πολύ βαθύτερα από τις αγορές μας. Έχει περάσει στον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε.
Κάπως έτσι κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια την ουσία αυτού που αναζητούμε.
Γιατί στο βουνό δεν πηγαίνουμε χωρίς τον εαυτό μας. Τον παίρνουμε μαζί. Μαζί με τις ανασφάλειες, τον θυμό, την καχυποψία, την ανάγκη να έχουμε δίκιο, να ελέγχουμε, να κρίνουμε. Και αν δεν μπορέσουμε κάποια στιγμή να κοιτάξουμε όλα αυτά μέσα μας, τα σκορπίζουμε γύρω μας. Στον συνοδοιπόρο, στον αρχηγό, στην ομάδα.
Και τότε η πεζοπορία, αντί να γίνει ένας τόπος απελευθέρωσης, γίνεται άλλος ένας χώρος όπου αναπαράγουμε ακριβώς όσα μας κουράζουν στην καθημερινή μας ζωή.
Αυτό είναι ίσως που αξίζει σήμερα περισσότερο να προστατεύσουμε.
Έναν από τους λίγους τόπους που μας έχουν απομείνει όπου μπορούμε να σταματήσουμε, να σωπάσουμε, να προσφέρουμε χωρίς να μετράμε, να εμπιστευτούμε, να δυσκολευτούμε και μέσα από τη δυσκολία να συναντήσουμε λίγο πιο καθαρά τον ίδιο μας τον εαυτό.
Και αυτό είναι κάτι που εμείς, οι Ταξιδευτές, παρά τις αντιξοότητες της εποχής, επιμένουμε να κρατάμε ζωντανό.
Να βλέπουμε το βουνό σαν δάσκαλο, κυρίως όταν μας δυσκολεύει. Όταν μας φέρνει απέναντι στα όριά μας, στα λάθη μας, στους φόβους μας και σε εκείνες τις πλευρές του εαυτού μας που δεν μας αρέσει πάντοτε να κοιτάζουμε.
Όχι για να μας επιβεβαιώνει, αλλά για να μας μετακινεί.
Γιατί ο δρόμος προς την κορυφή απαιτεί να αφήνουμε πράγματα πίσω.
Να ανεβαίνουμε όλο και πιο ανάλαφροι.
Ίσως η πραγματική κορυφή να απαιτεί ακριβώς αυτή τη γύμνια.
Να σταθείς για λίγο απέναντι στο βουνό χωρίς όλα όσα έχεις χτίσει γύρω από τον εαυτό σου.
Και να μπορέσεις, έστω για μια στιγμή, να είσαι απλώς εσύ.

