Σε ορισμένα χωριά του Άτλαντα μπορεί ακόμη να συναντήσεις ηλικιωμένες γυναίκες με μια λεπτή γαλαζοπράσινη γραμμή στο πηγούνι, μικρούς σταυρούς στα μάγουλα ή γεωμετρικά σημάδια στο μέτωπο. Δεν είναι ζωγραφισμένα. Βρίσκονται εκεί εδώ και εξήντα ή εβδομήντα χρόνια. Είναι τα τελευταία ίχνη μιας εποχής κατά την οποία η ταυτότητα μιας γυναίκας μπορούσε να διαβαστεί επάνω στο ίδιο της το σώμα.

Λίγο χαμηλότερα, στο στήθος, η ίδια γλώσσα συνεχιζόταν με διαφορετικό υλικό: ασήμι, κοράλλι, χρωματιστό σμάλτο, αλυσίδες και μεγάλες πόρπες. Από το δέρμα στο μέταλλο, οι γυναίκες των Αμαζίγ κουβαλούσαν επάνω τους σύμβολα προστασίας, καταγωγής, κοινωνικής θέσης και πλούτου.

Το σώμα δεν ήταν απλώς κάτι που στολιζόταν. Ήταν ένας τόπος όπου γραφόταν η προσωπική και συλλογική ιστορία.

Μια ιστορία χαραγμένη στο δέρμα

Στις αγροτικές και ορεινές κοινότητες των Αμαζίγ του Μαρόκου, το γυναικείο τατουάζ αποτελούσε επί αιώνες μέρος μιας παράδοσης που συνδεόταν με διαφορετικές στιγμές της ζωής μιας γυναίκας: την ενηλικίωση, τον γάμο, τη μητρότητα, αλλά και την ανάγκη προστασίας.

Οι ονομασίες και οι πρακτικές διέφεραν από περιοχή σε περιοχή. Το ίδιο συνέβαινε και με τα σχέδια. Μικρές γραμμές, τελείες, σταυροί, τρίγωνα και ρόμβοι εμφανίζονταν στο μέτωπο, στα μάγουλα, στο πηγούνι, στον λαιμό και στα χέρια.

Το τατουάζ γινόταν συνήθως από γυναίκες που γνώριζαν την τεχνική και τη μετέδιδαν από γενιά σε γενιά. Με λεπτές βελόνες χάραζαν το δέρμα και χρησιμοποιούσαν φυσικά υλικά για να δημιουργήσουν τη σκούρα, συχνά γαλαζοπράσινη χρωστική που παρέμενε ανεξίτηλη για μια ολόκληρη ζωή.

Δεν υπήρχε όμως ένα μοναδικό «λεξικό» συμβόλων για όλους τους Αμαζίγ. Ένα σχέδιο μπορούσε να αποκτά διαφορετική σημασία από τόπο σε τόπο και από κοινότητα σε κοινότητα. Ορισμένα μοτίβα συνδέθηκαν με την προστασία από το κακό μάτι, άλλα με τη γονιμότητα, τη φύση ή τη γυναικεία δύναμη. Σε άλλες περιπτώσεις λειτουργούσαν ως σημάδια καταγωγής και κοινωνικής ταυτότητας.

Γι’ αυτό και ένα πρόσωπο με τατουάζ μπορούσε να λειτουργεί σχεδόν σαν χάρτης. Δεν αποκάλυπτε μόνο ποια ήταν μια γυναίκα, αλλά και από ποιον κόσμο προερχόταν.

Οι τελευταίες γυναίκες με τα σημάδια

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η παράδοση άρχισε σταδιακά να υποχωρεί. Η αλλαγή του τρόπου ζωής, η μετακίνηση προς τις πόλεις και η ενίσχυση θρησκευτικών αντιλήψεων που αποθάρρυναν το μόνιμο τατουάζ στο σώμα οδήγησαν πολλές οικογένειες να εγκαταλείψουν το έθιμο.

Οι κόρες δεν ακολούθησαν πλέον τις μητέρες και τις γιαγιάδες τους.

Γι’ αυτό σήμερα, όταν συναντά κανείς μια ηλικιωμένη γυναίκα με τα χαρακτηριστικά σημάδια στο πηγούνι ή στο μέτωπο, δεν βλέπει απλώς ένα παλιό έθιμο. Βλέπει μία από τις τελευταίες φορείς μιας παράδοσης που κάποτε ήταν ζωντανή σε μεγάλο μέρος της υπαίθρου του Μαρόκου.

Η γραφή επάνω στο δέρμα σιγά σιγά σβήνει μαζί με τη γενιά που την κουβαλά.

Όμως η ίδια ανάγκη —να προστατεύσεις, να δηλώσεις ποια είσαι και από πού προέρχεσαι— είχε βρει και έναν δεύτερο τρόπο έκφρασης.

Το ασήμι.

Το ασήμι ως φυλαχτό και περιουσία

Τα ασημένια κοσμήματα των Αμαζίγ δεν ήταν απλώς στολίδια. Μπορούσαν να λειτουργούν ταυτόχρονα ως φυλαχτά, σημάδια κοινωνικής ταυτότητας και πραγματικός πλούτος.

Μια γυναίκα μπορούσε κυριολεκτικά να κουβαλά σημαντικό μέρος της προσωπικής της περιουσίας επάνω στο σώμα της. Βαριά περιδέραια, βραχιόλια, σκουλαρίκια, αλυσίδες και μεγάλες ασημένιες πόρπες αποτελούσαν μέρος της προίκας, περνούσαν από μητέρα σε κόρη και, όταν υπήρχε ανάγκη, μπορούσαν να πουληθούν ή να ανταλλαχθούν.

Ήταν, με έναν τρόπο, μια μικρή φορητή περιουσία.

Από τα πιο χαρακτηριστικά κοσμήματα ήταν οι μεγάλες τριγωνικές ασημένιες περόνες που συγκρατούσαν το γυναικείο ένδυμα στους ώμους. Συχνά φοριούνταν σε ζεύγος και ενώνονταν με αλυσίδα μπροστά από το στήθος. Πάνω τους χαράσσονταν γεωμετρικά σχέδια και προστίθεντο χρωματιστά σμάλτα, κοράλλια, χάντρες και λίθοι.

Και εδώ συναντάμε τον ίδιο κόσμο σχημάτων που εμφανίζεται στα χαλιά και στα τατουάζ: τρίγωνα, ρόμβους, γραμμές και σταυροειδή μοτίβα. Μια οπτική γλώσσα που ταξίδευε από το δέρμα στο ύφασμα και από εκεί στο μέταλλο.

Η Τιζνίτ και οι μάστορες του ασημιού

Στον νότο του Μαρόκου, η Τιζνίτ έγινε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα αργυροχοΐας. Πίσω από τα τείχη της παλιάς πόλης, τεχνίτες δούλευαν το ασήμι με χάραξη, λεπτό σύρμα και χρωματιστό σμάλτο, συνεχίζοντας μια τέχνη με βαθιές ρίζες στην περιοχή.

Στην ιστορία αυτής της τέχνης σημαντικό ρόλο είχαν και οι εβραϊκές κοινότητες του Μαρόκου. Εβραίοι αργυροχόοι εργάζονταν επί αιώνες σε πόλεις, χωριά και οάσεις του νότου, δημιουργώντας κοσμήματα για διαφορετικές κοινότητες. Έτσι, πίσω από πολλά από τα αντικείμενα που σήμερα θεωρούμε χαρακτηριστικά της τέχνης των Αμαζίγ κρύβεται και μια μακρά ιστορία συνύπαρξης και ανταλλαγής τεχνικών και μοτίβων.

Όταν το ασήμι ζωντάνευε

Τα κοσμήματα αυτά δεν ήταν φτιαγμένα για να μένουν σε ένα κουτί. Στις γιορτές και στους ομαδικούς χορούς, όπως ο Ahwash του νότιου Μαρόκου, κινούνταν μαζί με τις γυναίκες και οι αλυσίδες χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στις φορεσιές.

Μέσα στα τύμπανα, τα τραγούδια και την ποίηση στην ταμαζίγτ, το ασήμι δεν φαινόταν μόνο.

Ακουγόταν.

Σήμερα τα παραδοσιακά τατουάζ έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από τις νεότερες γενιές και πολλά από τα παλιά κοσμήματα βρίσκονται πλέον σε συλλογές και μουσεία. Κι όμως, τα δύο εξακολουθούν να μοιάζουν σαν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας γλώσσας.

Το ένα χαράχτηκε στο δέρμα και έμεινε εκεί για μια ζωή. Το άλλο φορέθηκε πάνω στο σώμα και πέρασε από μητέρα σε κόρη.

Και τα δύο μιλούσαν για προστασία, καταγωγή, μνήμη και ταυτότητα.

Ίσως γι’ αυτό, όταν κοιτάζεις σήμερα τα σημάδια στο πρόσωπο μιας ηλικιωμένης γυναίκας του Άτλαντα ή κρατάς στα χέρια σου ένα παλιό ασημένιο κόσμημα, αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι μπροστά σε κάτι περισσότερο από ένα παλιό έθιμο.

Σε μια ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ στο χαρτί.

Γράφτηκε πρώτα στο δέρμα και ύστερα σφυρηλατήθηκε στο μέταλλο.

You might also enjoy: