Το μέτρο του βουνού

Ζούμε μέσα σε μια διαρκή, αθόρυβη κόπωση.
Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας —δηλαδή καθένας από εμάς— μοιάζει όλο και περισσότερο με έναν αιώνια δυσαρεστημένο πελάτη της ίδιας του της ζωής. Τίποτα δεν μας ικανοποιεί πλήρως. Πάντα κάτι λείπει, κάτι περισσεύει, κάτι θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερα.
Έχουμε χάσει λίγο τη χαρά της απλότητας και την ηρεμία της στιγμής. Τρέχουμε διαρκώς προς κάτι αόριστο, που συχνά ούτε γνωρίζουμε τι είναι ούτε γιατί το κυνηγάμε, παγιδευμένοι στην παράξενη πεποίθηση ότι η ζωή οφείλει κάπως να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας.
Ο Έριχ Φρομ, αναλύοντας τον σύγχρονο άνθρωπο, μίλησε για τη μετάβαση από το «είναι» στο «έχειν»: για έναν άνθρωπο που αναζητά όλο και περισσότερο την ασφάλεια στην κατοχή, στον έλεγχο, στην απόκτηση.
Ο Γκυ Ντεμπόρ μίλησε για την «κοινωνία του θεάματος», για έναν κόσμο όπου η άμεση εμπειρία υποχωρεί και η ζωή βιώνεται όλο και περισσότερο μέσα από εικόνες και αναπαραστάσεις.
Ίσως σήμερα να έχουμε προχωρήσει ένα βήμα ακόμη.
Δεν θέλουμε απλώς να ζήσουμε την εμπειρία.
Θέλουμε η εμπειρία να συμμορφωθεί μαζί μας.
Να είναι προκαθορισμένη, ελεγχόμενη, φωτογενής, χωρίς πολλές εκπλήξεις. Να έχει την κατάλληλη θερμοκρασία, τον σωστό βαθμό δυσκολίας, την αναμενόμενη εξυπηρέτηση, το τοπίο που είδαμε στη φωτογραφία.
Και όταν η πραγματικότητα αρνείται να υποκύψει σε αυτή την απαίτηση, δυσφορούμε.
Ανιχνεύουμε το λάθος.
Το μεγεθύνουμε.
Το αναπαράγουμε.
Και μερικές φορές ένα μικρό πράγμα που δεν έγινε όπως το περιμέναμε αποκτά μεγαλύτερη δύναμη μέσα μας από εκατό άλλα που ήταν όμορφα.
Ίσως αυτό να είναι μία από τις πιο ύπουλες μορφές του σύγχρονου εγωκεντρισμού:
όχι το «θέλω τα πάντα», αλλά το «όλα θα έπρεπε να είναι κάπως αλλιώς».
Και όσο περισσότερο στεκόμαστε σε όσα θα έπρεπε να είναι διαφορετικά, τόσο λιγότερο κατοικούμε σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

Κάπου εκεί αρχίζει το μονοπάτι.
Όχι ως απόδραση.
Ως επιστροφή.
Γιατί το βουνό δεν διαπραγματεύεται με τους όρους της αγοράς.
Δεν έχει σχεδιαστεί για να μας ικανοποιήσει. Δεν είναι σκηνοθετημένο για να μας καλοπιάσει. Δεν υπόσχεται άνεση, ούτε προσαρμόζεται στις απαιτήσεις μας.
Το βουνό απλώς είναι.
Και αυτή ίσως είναι η πρώτη μεγάλη του διδασκαλία.
Δεν γνωρίζει τις προσδοκίες μας. Δεν απολογείται για τη βροχή. Δεν εξηγεί την ανηφόρα. Δεν χαμηλώνει επειδή κουραστήκαμε και δεν ανοίγει τον ουρανό επειδή είχαμε σχεδιάσει μια ηλιόλουστη ημέρα.
Εκεί έξω δεν υπάρχει κουμπί για να επιταχύνεις τον χρόνο, ούτε υπηρεσία που θα παρακάμψει για λογαριασμό σου τη δυσκολία.
Πρέπει να περάσεις μέσα από αυτήν.
Και καθώς περπατάς, κάτι αρχίζει ανεπαίσθητα να αλλάζει.
Η αναπνοή βρίσκει τον ρυθμό της.
Το σώμα θυμάται τα όριά του.
Το βλέμμα σηκώνεται από τον εαυτό του.
Σιγά σιγά ηρεμεί εκείνο το αχόρταγο «εγώ» που θέλει διαρκώς κάτι περισσότερο, κάτι ευκολότερο, κάτι διαφορετικό.
Μαθαίνεις να δέχεσαι τη λάσπη, τα σύννεφα, την κούραση, τη βροχή. Όχι επειδή είναι ευχάριστα, αλλά επειδή ανήκουν κι αυτά στο ταξίδι.
Και αυτή η αποδοχή δεν είναι παραίτηση.
Είναι μια άλλη μορφή ελευθερίας.

Η ελευθερία να μη χρειάζεται ο κόσμος να είναι τέλειος για να μπορέσεις να τον αγαπήσεις.
Στο βουνό ξαναβρίσκουμε το μέτρο μας.
Ο δρόμος έχει τη δική του κλίση.
Το σώμα τα δικά του όρια.
Ο άνθρωπος δίπλα μας τον δικό του ρυθμό.
Και εμείς δεν είμαστε πια το μέτρο των πάντων.
Είμαστε μέρος.
Σε μια ομάδα που προχωρά στο ίδιο μονοπάτι, η ψευδαίσθηση της αυτάρκειας αρχίζει να ραγίζει.
Ο πιο δυνατός περιμένει.
Ο πιο γρήγορος επιβραδύνει.
Κάποιος δίνει νερό.
Κάποιος κουβαλά για λίγο το βάρος του άλλου.
Και ένας άνθρωπος που μέχρι χθες ήταν ξένος γίνεται ξαφνικά το χέρι που αναζητάς σε ένα δύσκολο πέρασμα.
Εκεί το ερώτημα αλλάζει.
Από το «περνάω εγώ καλά;»
γίνεται:
«Πώς προχωράμε;»
Μια μικρή αλλαγή μιας μόνο λέξης.
Κι όμως, μέσα της χωρά σχεδόν ολόκληρη η απόσταση ανάμεσα στο «εγώ» και στο «εμείς».
Γιατί η συνύπαρξη δεν σημαίνει ότι οι άλλοι θα προσαρμοστούν σε εμάς.
Σημαίνει ότι όλοι θα μετακινηθούμε λίγο από τη θέση μας για να δημιουργηθεί ανάμεσά μας ένας κοινός χώρος.
Και ίσως αυτό ακριβώς έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε.
Να περιμένουμε.
Να ανεχόμαστε.
Να συγχωρούμε μια ατέλεια.
Να βλέπουμε την προσπάθεια πίσω από το αποτέλεσμα.
Να αναγνωρίζουμε ότι και ο άλλος κουράζεται, προσπαθεί, αποτυγχάνει, ξαναπροσπαθεί.
Να μη στεκόμαστε απέναντι από τη ζωή μόνο ως καταναλωτές της, αλλά ως συνδημιουργοί της.
Γιατί ένα ταξίδι δεν το δημιουργεί μόνο εκείνος που το οργανώνει.
Το δημιουργούν και εκείνοι που το ζουν.
Το δημιουργεί η διάθεσή μας. Η γενναιοδωρία μας. Η υπομονή μας. Ο τρόπος που θα αντιμετωπίσουμε μια αναποδιά. Η απόφασή μας να μη μετατρέψουμε κάθε ατέλεια σε κατηγορία και κάθε δυσκολία σε προσωπική προσβολή.
Κάθε άνθρωπος που μπαίνει σε μια ομάδα αλλάζει την ομάδα.
Όπως κάθε βήμα αφήνει, έστω ανεπαίσθητα, το ίχνος του στο μονοπάτι.
Ίσως λοιπόν η πεζοπορία να είναι σήμερα κάτι περισσότερο από ένας τρόπος να γνωρίσουμε έναν τόπο.
Ίσως να είναι μια μικρή άσκηση ταπεινότητας.
Όχι της ταπεινότητας που μικραίνει τον άνθρωπο, αλλά εκείνης που του επιστρέφει το πραγματικό του μέγεθος.
Να καταλάβεις πόσο μικρός είσαι μπροστά σε ένα βουνό χωρίς να αισθανθείς ασήμαντος.
Να αναγνωρίσεις τα όριά σου χωρίς να ντραπείς γι’ αυτά.
Να χρειαστείς τον άλλον χωρίς να αισθανθείς αδύναμος.
Να περιμένεις χωρίς να πιστεύεις ότι χάνεις τον χρόνο σου.
Να δεχτείς ότι κάτι δεν έγινε όπως το περίμενες χωρίς να αφήσεις αυτό το «κάτι» να καταπιεί όλα όσα έγιναν όμορφα.
Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι μια από τις μεγαλύτερες ελευθερίες που μπορούμε να κατακτήσουμε:
να μη χρειαζόμαστε την τελειότητα για να μπορέσουμε να νιώσουμε ευγνωμοσύνη.

Το ταξίδι —είτε γίνεται μόνοι είτε μαζί με άλλους— παραμένει ένας από τους σπουδαιότερους τρόπους να μετακινηθούμε όχι μόνο στον χώρο, αλλά και μέσα μας.
Να συναντήσουμε έναν διαφορετικό τόπο, έναν διαφορετικό άνθρωπο, έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και, μέσα από όλα αυτά, μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου μας του εαυτού.
Και η πεζοπορία προσθέτει σε αυτή τη μετακίνηση κάτι ακόμη:
μας αφαιρεί, έστω για λίγο, την ψευδαίσθηση ότι όλα βρίσκονται υπό τον έλεγχό μας.
Μας κουράζει αρκετά ώστε να σωπάσει λίγο το «εγώ».
Μας μικραίνει αρκετά ώστε να μεγαλώσει ο κόσμος.
Και ίσως αυτό να είναι το αντίδοτο που χρειαζόμαστε περισσότερο σήμερα.
Όχι να ζητάμε λιγότερα από τη ζωή.
Αλλά να απαιτούμε λιγότερο να γίνει η ζωή όπως εμείς τη θέλουμε.
Να ξαναμάθουμε να δεχόμαστε.
Να συμμετέχουμε.
Να μοιραζόμαστε.
Να θαυμάζουμε.
Και, πού και πού, να αφήνουμε τον κόσμο να είναι αυτό που είναι —
χωρίς να ψάχνουμε αμέσως τι θα έπρεπε να είχε κάνει καλύτερα.

